| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.434.927 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κουμπώνω |
0,02 sec. |
|
κουμπώνω button ρ μετβ κουμπώνω [£££ku'mbono] κλείνω ρούχο με κουμπιά boutonner ρ μεσοπαθ κουμπώνομαι [£££ku'mbonome] 1 κλείνω τα κουμπιά του ρούχου που φοράω se boutonner Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|