| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.062.282 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
κουμπώνω |
0,01 sec. |
|
|
κουμπώνω button
ρ μετβ κουμπώνω [£££ku'mbono] κλείνω ρούχο με κουμπιά boutonner ρ μεσοπαθ κουμπώνομαι [£££ku'mbonome] 1 κλείνω τα κουμπιά του ρούχου που φοράω se boutonner Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|