| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.759.112.421 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κουνιάδος |
0,02 sec. |
|
κουνιάδος Schwager brother-in-law cuñado beau-frère cognato cunhado زوج الأخت švagr svoger lanko šogor 義兄弟 시숙 schoonbroer svoger szwagier деверь svåger พี่เขยหรือน้องเขย kayın birader anh em chồng 内兄内弟 ουσ α / θ κουνιάδος, κουνιάδα [ku'ɲaðos, ku'ɲaða] ο αδερφόςη αδερφή τού ή της συζύγου beau-frère; belle-sœur Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|