| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.776.494 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κουπαστή |
0,02 sec. |
|
κουπαστή gunwale ουσ θ κουπαστή [kupa'sti] το οριζόντιο μέρος που ενώνει τα κάγκελα σκάλας ή μπαλκονιού main-courante Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|