| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.071.769 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κουρασμένος |
0,06 sec. |
|
κουρασμένος müde tired, weary väsinud las, fatigué stanco moe, vermoeid متعب unavený træt cansado väsynyt umoran 疲れた 피곤한 trøtt zmęczony cansado усталый trött เหน็ดเหนื่อย yorgun mệt 累了的 επίθ θ / ουδ κουρασμένος, κουρασμένη, κουρασμένο [kura'zmenos, kura'zmeni, kura'zmeno] που έχει κουραστεί fatigué/-ée Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|