| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.810.188 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κουταλιά |
0,04 sec. |
|
κουταλιά مقدار ملعقة صغيرة lžíce skefuld Löffel spoonful cucharada lusikallinen cuillérée zalogaj cucchiaiata ひとさじ 한 숟가락 가득 lepel skjefull łyżka (czegoś) colherada полная ложка sked เต็มช้อน bir kaşık dolusu thìa đầy 一汤匙 ουσ θ κουταλιά [kuta'ʎa] το περιεχόμενο του κουταλιού cuillerée Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|