| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.074.615 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
κουτσομπολεύω |
0,01 sec. |
|
|
κουτσομπολεύω gossip, tattle يَنْهَمك في القيل والقال pomluvit sludre med schwatzen chismorrear, cotillear juoruta cancaner tračati spettegolare うわさ話をする 수군거리다 roddelen sladre oplotkować fofocar сплетничать skvallra นินทา dedikodu yapmak buôn chuyện 说闲话
ρ μετβ κουτσομπολεύω [£££kutsombo'levo] κάνω κουτσομπολιό cancaner Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|