| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.404.265 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
κουτός |
0,01 sec. |
|
κουτός foolish, daft, stupid أَحمَق, غبي hloupý, pitomý dum, tåbelig blöd, dumm bobo, estúpido typerä bête, stupide budalast, glup sciocco, stupido ばかな, 愚かな 바보같은, 어리석은 dom, dwaas dum, fjollet głupi estúpido, tolo бестолковый, глупый dum, fånig โง่ aptal, saf ngớ ngẩn, ngu xuẩn 愚蠢的 επίθ α / θ / ουδ κουτός, κουτή, κουτό [ku'tos, ku'ti, ku'to] χαζός (gros) bêta |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|