| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.880.059 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κράση |
0,01 sec. |
|
κράση physique ουσ θ κράση ['krasi] η φυσική και ψυχολογική κατάσταση προσώπου constitution έχωείμαι γερή κράση être d'une forte/d'une robuste constitution Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|