| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.091.716 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κράσπεδο |
0,02 sec. |
|
κράσπεδο curb, kerb, roadside, causeway accotement, bord, bord du trottoir, frein حاجز حجرى, شكيمة obrubník, uzda begrænsning, kantsten Bordkante, Zaum borde de la acera, bordillo, freno jalkakäytävän reunus, rajoitus ograničenje, rub pločnika cordolo, freno 拘束, 縁石 억제, 연석 beteugeling, stoeprand brems, fortauskant hamulec, krawężnik margem de calçada, passeio para peões, restrição бордюр, сдерживание band, trottoarkant การควบคุม, ขอบถนน dizgin, kaldırım taşı lề đường, sự kiềm chế 路缘 ουσ ουδ κράσπεδο ['kraspeðo] η άκρη πεζοδρομίου accotement (de la rue) Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|