Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.772.977.831 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

κρίκος

0,02 sec.
κρίκος cric, lien link رابط článek forbindelse Glied eslabón linkki veza collegamento 고리 link lenke łącze elo звено länk ข้อลูกโซ่ halka mắt xích 链环
ουσ α κρίκος ['krikos]
1 ένας από τους συνδέσμους αλυσίδας anneau
οι κρίκοι μιας αλυσίδας les anneaux d'une chaîne
2 αντικείμενο σε σχήμα κουλούρας anneau
μεταλλικός κρίκος un anneau métallique
φοράω κρίκους στ' αυτιά porter des anneaux aux oreilles
3 σχέση, σύνδεση maillon
συνδετικός κρίκος un point de liaison
o αδύναμος κρίκος le maillon faible


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.