| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.085.593 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
κρίκος |
0,03 sec. |
|
|
κρίκος cric, lien link رابط článek forbindelse Glied eslabón linkki veza collegamento 輪 고리 link lenke łącze elo, link звено länk ข้อลูกโซ่ halka mắt xích 链环, 链接 връзка קישור
ουσ α κρίκος ['krikos] 2 αντικείμενο σε σχήμα κουλούρας anneau μεταλλικός κρίκος un anneau métallique φοράω κρίκους στ' αυτιά porter des anneaux aux oreilles Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|