| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.386.471 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κρατάω |
0,02 sec. |
|
κρατάω ρμετβ κρατάω, κρατώ [kra'tao, kra'to] 2 διατηρώ conserver κρατάω την ψυχραιμία μου garder son sang-froid ρ αμετβ κρατάω Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|