| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.405.306 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κρατούμενος |
0,03 sec. |
|
κρατούμενος detainee, prisoner détenu ουσ α / θ κρατούμενος, κρατούμενη [kra'tumenos, kra'tumeni] φυλακισμένος prisonnier; prisonnière; détenu; détenu Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|