| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.588.279 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κρεμάω |
0,02 sec. |
|
κρεμάω sag ρμεσοπαθ κρεμιέμαι, κρέμομαι [kre'mɲeme, £££'kremome] 1 αιωρούμαι πιασμένος από κάπου être suspendu/-ueêtre accroché/-ée 2 εξαρτώμαι s'accrocher Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|