| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.092.556 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
κρεμάω |
0,01 sec. |
|
|
κρεμάω sag
ρμεσοπαθ κρεμιέμαι, κρέμομαι [kre'mɲeme, £££'kremome] 1 αιωρούμαι πιασμένος από κάπου être suspendu/-ueêtre accroché/-ée 2 εξαρτώμαι s'accrocher Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|