| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.624.849 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κροταλίζω |
0,01 sec. |
|
κροταλίζω يَنْزع بحركة مفاجئة κροταλίζω lusknout prsty κροταλίζω knække κροταλίζω zerspringen κροταλίζω partir κροταλίζω napsauttaa κροταλίζω casser net κροταλίζω puknuti κροταλίζω spezzare κροταλίζω ポキッと折る κροταλίζω (...을) 딱 부러트리다 κροταλίζω weggrissen κροταλίζω kneppe κροταλίζω pstryknąć κροταλίζω estalar κροταλίζω ломать κροταλίζω bryta av κροταλίζω ขาดหรือแตกอย่างฉับพลัน κροταλίζω kopmak κροταλίζω đớp κροταλίζω 猛咬 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|