| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.345.588 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κρόκος |
0,02 sec. |
|
κρόκος crocus, saffron, yolk jaune d’œuf, crocus زعفران, صفار krokus, žloutek blomme, krokus Eidotter, Krokus planta del azafrán, yema krookus, munankeltuainen šafran, žutanjak croco, tuorlo クロッカス, 卵の黄身 노른자, 크로커스 eierdooier, krokus eggeplomme, krokus krokus, żółtko croco, gema do ovo желток, крокус äggula, krokus ไข่แดง, สีเหลืองส้ม çiğdem, yumurtanın sarısı giống nghệ tây, lòng đỏ trứng 番红花, 蛋黄 ουσ α κρόκος ['krokos] το κίτρινο μέρος του αυγού jaune d'œuf Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|