Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.723.497.905 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

κρύβω

0,01 sec.
κρύβω hide, put away, secrete, conceal, obscure cacher, dissimuler يُخفِى schovat skjule verstecken esconder piilottaa prikrivati nascondere 隠す (...을) 숨기다 verbergen gjemme ukryć esconder прятать gömma ซ่อน ซุกซ่อน saklamak giấu
ρ μετβ κρύβω ['krivo]
1 βάζω κτ ή κπ σε μέρος που δε φαίνεται cacher
κρύβω λεφτά cacher de l'argent
κρύβω έναν κατάσκοπο cacher un espion
2 εμποδίζω κπ να δει κτ cacher
κρύβω τη θέα σε κπ cacher la vue à qqn
3 δε μιλάω για κτ cacherdissimuler
Κάτι μου κρύβεις. Tu me caches qqch.
4 συγκρατώ, καλύπτω dissimuler
κρύβω τη χαρά μου dissimuler sa joie
ρ μεσοπαθ κρύβομαι ['krivome]
χάνομαι πίσω από κτ se cacher
Ο ήλιος κρύφτηκε. Le soleil s'est caché.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.