| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.497.905 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κρύβω |
0,01 sec. |
|
κρύβω hide, put away, secrete, conceal, obscure cacher, dissimuler يُخفِى schovat skjule verstecken esconder piilottaa prikrivati nascondere 隠す (...을) 숨기다 verbergen gjemme ukryć esconder прятать gömma ซ่อน ซุกซ่อน saklamak giấu 藏 ρ μετβ κρύβω ['krivo] 1 βάζω κτ ή κπ σε μέρος που δε φαίνεται cacher 3 δε μιλάω για κτ cacherdissimuler 4 συγκρατώ, καλύπτω dissimuler κρύβω τη χαρά μου dissimuler sa joie Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|