| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.114.794 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
κτηματίας |
0,01 sec. |
|
|
κτηματίας landowner terrateniente 地主 proprietario terriero 地主 jordbesidder 地主
ουσ α/θ κτηματίας [ktima'tias] ιδιοκτήτης κτημάτων propriétaire terrien Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|