| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.115.997 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
κτητικός |
0,01 sec. |
|
|
κτητικός possessive, acquisitive possessif
επίθ α / θ / ουδ κτητικός, κτητική, κτητικό [ktiti'kos, ktiti'ci, ktiti'ko] 1 που θέλει να του ανήκουν όλα possessif/-ive κτητικές τάσεις des tendances possessives 2 χαρακτηρισμός που δηλώνει κτήση possessif κτητική αντωνυμία un pronom possessif Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|