| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.117.221 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
κυβερνητικός |
0,03 sec. |
|
|
κυβερνητικός governmental, gubernatorial gouvernemental الحكومة rząd governo governo gobierno Regierung 政府 Правителство 政府 Vláda Regeringen Hallitus הממשלה 政府 정부 Regeringen รัฐบาล
επίθ α / θ / ουδ κυβερνητικός, κυβερνητική, κυβερνητικό [civerniti'kos, civerniti'ci, civerniti'ko] σχετικός με την κυβέρνηση gouvernemental/-aledu gouvernement η κυβερνητική πολιτική la politique gouvernementale η κυβερνητική απόφαση la décision du gouvernement Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|