| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.123.282 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
κυλάω |
0,01 sec. |
|
|
κυλάω
ραμετβ κυλάω, κυλώ [ci'lao, ci'lo] 1 κατρακυλάω dégringoler Κυλούν πέτρες από το λόφο. Des pierres dégringolent de la colline. 3 περνάω s'écoulerpasser Η ώρα κύλησε ευχάριστα. Le temps s'écoule agréablement. ρ μεσοπαθ κυλιέμαι [ci'ʎeme] σέρνομαι se vautrer κυλιέμαι στο πάτωμα se vautrer par terre Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|