| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.805.912.057 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κυμαίνομαι |
0,02 sec. |
|
κυμαίνομαι fluctuate, range, vary يَتَراوح pohybovat (se) mezi spænde reichen abarcar vaihdella varier kretati se od do estendersi 変化する 변동하다 uitstrekken (zich) variere znaleźć się w zasięgu variar dentro de um limite выстраивать в ряд sträcka (sig) ลำดับ çeşitlilik göstermek thay đổi giữa hai mức 排列 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|