| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.352.023 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
κυνηγάω |
0,01 sec. |
|
κυνηγάω ρμετβ κυνηγάω, κυνηγώ [cini'ɣao, cini'ɣo] 2 τρέχω πίσω από κπ για να τον πιάσω poursuivre 4 διώχνω, απομακρύνω pourchasser κυνηγάω τον εχθρό pourchasser l'ennemi 5 επιδιώκω courir après κυνηγάω το χρήμα courir après l'argent |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|