Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.775.352.023 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

κυνηγάω

0,01 sec.
κυνηγάω
ρμετβ κυνηγάω, κυνηγώ [cini'ɣao, cini'ɣo]
1 πάω για κυνήγι aller à la chasse
κυνηγάω ελάφια £££chasser des biches
2 τρέχω πίσω από κπ για να τον πιάσω poursuivre
Τον κυνήγησε, αλλά τον έχασε. Il l'a poursuivi, mais il l'a perdu de vue.
3 ακολουθώ accompagnerescorter
Η ατυχία τον κυνηγάει. La malchance le poursuit.
4 διώχνω, απομακρύνω pourchasser
κυνηγάω τον εχθρό pourchasser l'ennemi
5 επιδιώκω courir après
κυνηγάω το χρήμα courir après l'argent
6 πιέζω κπ να κάνει κτ courir après
Τον κυνηγάω για να φάει. Je lui cours après pour qu'il mange un peu.


?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.