Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.658.606 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

κυνηγετικό όπλο

0,02 sec.
κυνηγετικό όπλο بندقية رش
κυνηγετικό όπλο puška
κυνηγετικό όπλο haglgevær
κυνηγετικό όπλο Schrotflinte
κυνηγετικό όπλο shotgun
κυνηγετικό όπλο escopeta
κυνηγετικό όπλο haulikko
κυνηγετικό όπλο fusil
κυνηγετικό όπλο puška
κυνηγετικό όπλο fucile da caccia
κυνηγετικό όπλο 散弾銃
κυνηγετικό όπλο 산탄총
κυνηγετικό όπλο jachtgeweer
κυνηγετικό όπλο hagle
κυνηγετικό όπλο śrutówka
κυνηγετικό όπλο espingarda
κυνηγετικό όπλο дробовик
κυνηγετικό όπλο hagelbössa
κυνηγετικό όπλο ปืนล่าสัตว์
κυνηγετικό όπλο kısa menzilli silah
κυνηγετικό όπλο súng săn
κυνηγετικό όπλο 短枪


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.