Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.759.107.973 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

κυνηγώ

0,01 sec.
κυνηγώ chase, hunt, hound, stalk
κυνηγώ lovit, pronásledovat
κυνηγώ jage
κυνηγώ jagen
κυνηγώ cazar, perseguir
κυνηγώ jahdata, metsästää
κυνηγώ chasser, pourchasser
κυνηγώ loviti
κυνηγώ cacciare, inseguire
κυνηγώ 狩りをする, 追跡する
κυνηγώ 사냥하다, 추적하다
κυνηγώ achtervolgen, jagen
κυνηγώ jage, jakte
κυνηγώ ścigać, upolować
κυνηγώ caçar, perseguir
κυνηγώ jaga
κυνηγώ ไล่ตาม, ล่าสัตว์
κυνηγώ avlamak, kovalamak
κυνηγώ săn bắn, theo đuổi
κυνηγώ 猎取, 追赶


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.