| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.725.652.780 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κυριαρχία |
0,02 sec. |
|
κυριαρχία domination господство domain, dominion, sovereignty, supremacy ουσ θ κυριαρχία [ciriar'xia] εξουσία domination; souveraineté βρίσκομαι κάτω από την κυριαρχία κάποιου se trouver sous la domination de qqn Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|