| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.133.464 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
κυριαρχία |
0,01 sec. |
|
|
κυριαρχία domination господство domain, dominion, sovereignty, supremacy sovranità soevereiniteit soberania السيادة suwerenność soberanía Souveränität суверенитет 主权 主權 svrchovanost suverænitet ריבונות 主権 주권 suveränitet
ουσ θ κυριαρχία [ciriar'xia] εξουσία domination; souveraineté βρίσκομαι κάτω από την κυριαρχία κάποιου se trouver sous la domination de qqn Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|