Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.630.486 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

κυριολεκτικά

0,02 sec.
κυριολεκτικά au sens propre, proprement dit, littéralement
κυριολεκτικά literally
κυριολεκτικά حرفياً
κυριολεκτικά doslova
κυριολεκτικά bogstavelig talt
κυριολεκτικά wörtlich
κυριολεκτικά literalmente
κυριολεκτικά kirjaimellisesti
κυριολεκτικά doslovce
κυριολεκτικά letteralmente
κυριολεκτικά 文字どおりに
κυριολεκτικά 글자 그대로
κυριολεκτικά letterlijk
κυριολεκτικά bokstavelig
κυριολεκτικά dosłownie
κυριολεκτικά literalmente
κυριολεκτικά буквально
κυριολεκτικά bokstavligen
κυριολεκτικά อย่างแท้จริง
κυριολεκτικά harfi harfine
κυριολεκτικά theo nghĩa đen
κυριολεκτικά 逐字地


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.