| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.666.202 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κυριολεκτικός |
0,01 sec. |
|
κυριολεκτικός literal επίθ α / θ / ουδ κυριολεκτικός, κυριολεκτική, κυριολεκτικό [ciriolekti'kos, ciriolekti'ci, ciriolekti'ko] κυριολεκτική σημασία που δεν είναι μεταφορική sens littéral/sens propre επίρρ κυριολεκτικά [cirjolekti'ka] littéralementau propre Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|