| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.582.919 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κωφάλαλος |
0,02 sec. |
|
κωφάλαλος sourd-muet επίθ α / θ / ουδ κωφάλαλος, κωφάλαλη, κωφάλαλο [ko'falalos, ko'falali, ko'falalo] που είναι κουφός και μουγκός sourd-muet, sourde-muette Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|