| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.465.550 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κόβω |
0,01 sec. |
|
κόβω cut, cut off, quit, chop, fell, sever, shear eltondi couper schneiden يَقطِّع střihnout skære cortar leikata sjeći tagliare 切る 절단하다 snijden skjære uciąć cortar резать skära ตัด kesmek cắt 切 ρ μετβ κόβω ['kovo] 2 αλέθω hacher κόβω κιμά hacher de la viande κόβω ταχύτητα ελαττώνω ταχύτητα ralentir ρ αμετβ κόβω το μυαλό μου κόβει (σαν ξυράφι) είμαι πολύ έξυπνoς être très intelligent Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|