Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.693.743 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

δρόμος
(προωθήθηκε από κόβω δρόμο)

0,01 sec.
δρόμος Straße, Weg road, way, route, street strato tie route, rue, voie דרך strada, via pad, weg väg calle, carretera طريق silnice vej cesta 道路 vei droga estrada, rodovia дорога ถนน yol con đường 道路
ουσ α δρόμος ['ðromos]
1 πέρασμα διαμορφωμένο για οχήματα και ανθρώπους rue; route
ήσυχος δρόμος une rue tranquille
Σε ποιο δρόμο μένεις; Dans quelle rue habites-tu ?
ο κύριος δρόμος la route principale
2 διαδρομή, κατεύθυνση route
Ο δρόμος είναι μακρύς. La route est longue.
παίρνω λάθος δρόμο se tromper de routeprendre la mauvaise direction
κόβω δρόμο
παίρνω πιο σύντομο δρόμο prendre un raccourci


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.