Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.696.104 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

κόβω σε φέτες

0,04 sec.
κόβω σε φέτες يُقََطِّع إلى شرائح
κόβω σε φέτες nakrájet
κόβω σε φέτες skære i skiver
κόβω σε φέτες schneiden
κόβω σε φέτες slice
κόβω σε φέτες rebanar
κόβω σε φέτες viipaloida
κόβω σε φέτες trancher
κόβω σε φέτες rezati na kriške
κόβω σε φέτες affettare
κόβω σε φέτες 薄く切る
κόβω σε φέτες 얇게 베다
κόβω σε φέτες in plakken snijden
κόβω σε φέτες skjære skiver
κόβω σε φέτες pokroić
κόβω σε φέτες fatiar
κόβω σε φέτες нарезать
κόβω σε φέτες skiva
κόβω σε φέτες ตัดเป็นแผ่นบาง
κόβω σε φέτες dilimlemek
κόβω σε φέτες cắt lát
κόβω σε φέτες 切片


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.