Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.775.113.184 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

κόβω σε φιλέτο

0,09 sec.
κόβω σε φιλέτο يُقََطِّع إلى شرائح
κόβω σε φιλέτο rozporcovat
κόβω σε φιλέτο filetere
κόβω σε φιλέτο filetieren
κόβω σε φιλέτο fillet
κόβω σε φιλέτο filetear
κόβω σε φιλέτο fileerata
κόβω σε φιλέτο découper en filets
κόβω σε φιλέτο narezati
κόβω σε φιλέτο tagliare a fette
κόβω σε φιλέτο ・・・からヒレ肉を取る
κόβω σε φιλέτο 토막으로 썰다
κόβω σε φιλέτο fileren
κόβω σε φιλέτο filetere
κόβω σε φιλέτο sfiletować
κόβω σε φιλέτο cortar em filé, cortar em filete
κόβω σε φιλέτο нарезать филе
κόβω σε φιλέτο filea
κόβω σε φιλέτο ตัดชิ้นเนื้อโดยไม่มีกระดูกคิด
κόβω σε φιλέτο fileto kesmek
κόβω σε φιλέτο lọc phi-lê
κόβω σε φιλέτο 切片


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρ Όροι χρήσης.