| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.246.051 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κόκαλο |
0,01 sec. |
|
κόκαλο kost ben, knogle Knochen bone, shoehorn hueso luu chausse-pied, os csont bein calzascarpe, osso os been, bot, graat ben kość calçadeira, osso кость ben, skohorn kemik ουσ ουδ κόκαλο ['kokalo] 2 εργαλείο για να μπαίνει εύκολα το πόδι στο παπούτσι chausse-pied κόκαλο για να βάζω τα παπούτσια μου un chausse-pied pour enfiler ses chaussures Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|