| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.145.700 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
κόκαλο |
0,01 sec. |
|
|
κόκαλο kost ben, knogle Knochen bone, shoehorn hueso luu chausse-pied, os csont bein calzascarpe, osso os been, bot, graat ben kość calçadeira, osso кость ben, skohorn kemik العظام кост 骨 骨 עצם 骨 뼈 กระดูก
ουσ ουδ κόκαλο ['kokalo] 2 εργαλείο για να μπαίνει εύκολα το πόδι στο παπούτσι chausse-pied κόκαλο για να βάζω τα παπούτσια μου un chausse-pied pour enfiler ses chaussures Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|