Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.284.603 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

κόρη ματιού

0,02 sec.
κόρη ματιού إنسان العين
κόρη ματιού panenka
κόρη ματιού pupil
κόρη ματιού Pupille
κόρη ματιού pupil
κόρη ματιού pupila
κόρη ματιού pupilli
κόρη ματιού pupille
κόρη ματιού zjenica
κόρη ματιού pupilla
κόρη ματιού 瞳孔
κόρη ματιού 눈동자
κόρη ματιού pupil
κόρη ματιού pupill
κόρη ματιού źrenica
κόρη ματιού pupila
κόρη ματιού зрачок
κόρη ματιού pupill
κόρη ματιού ช่องตาดำ
κόρη ματιού gözbebeği
κόρη ματιού đồng tử
κόρη ματιού 瞳孔


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.