| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.328.621 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κύκλωμα |
0,03 sec. |
|
κύκλωμα circuit circuit دارة obvod kredsløb Umkreis circuito piiri sklop circuito 一周 회로 circuit krets obwód circuito окружность bana ขอบเขต devre đường vòng quanh 电路 ουσ ουδ κύκλωμα ['cikloma] 1 ομάδα ανθρώπων με κοινά ενδιαφέροντα milieu; bande καλλιτεχνικό κύκλωμα un milieu artistique κύκλωμα κακοποιών une bande de malfaiteurs 2 κυκλικό σύστημα καλωδίων circuit ηλεκτρικό κύκλωμα un circuit électrique Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|