| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.155.655 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
κύμα |
0,03 sec. |
|
|
κύμα вълна Welle wave, surge ola, onda laine aalto onde, vague val hullám onda 波 파도 unda baar, golf bølge, bølgje fala onda, vaga волна dalga موجة vlna bølge våg คลื่น sóng 波浪, 波 波 גל
ουσ ουδ κύμα ['cima] 1 μάζα νερού που φουσκώνει και υποχωρεί vague Έχει κύμα σήμερα. Il y a des vagues aujourd'hui. 2 ξαφνικό φαινόμενο vagueflot νέο κύμα βίας une nouvelle vague de violence κύμα τουριστών un flot touristique 3 μεταφορά ενέργειας onde ηλεκτρομαγνητικό κύμα une onde électromagnétique (είμαστε) στο ίδιο μήκος κύματος καταλαβαινόμαστε (être) sur la même longueur d'onde Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|