Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.900.155.655 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

κύμα

0,03 sec.
κύμα вълна Welle wave, surge ola, onda laine aalto onde, vague val hullám onda 파도 unda baar, golf bølge, bølgje fala onda, vaga волна dalga موجة vlna bølge våg คลื่น sóng 波浪, גל
ουσ ουδ κύμα ['cima]
1 μάζα νερού που φουσκώνει και υποχωρεί vague
Έχει κύμα σήμερα. Il y a des vagues aujourd'hui.
2 ξαφνικό φαινόμενο vagueflot
νέο κύμα βίας une nouvelle vague de violence
κύμα τουριστών un flot touristique
3 μεταφορά ενέργειας onde
ηλεκτρομαγνητικό κύμα une onde électromagnétique
πάνω στο κύμα
δίπλα στη θάλασσα au bord des vagues
(είμαστε) στο ίδιο μήκος κύματος
καταλαβαινόμαστε (être) sur la même longueur d'onde


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.