| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.413.414 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
σοβαρός |
0,07 sec. |
|
σοβαρός serious, heavy, grievous, severe, solemn sérieux جاد vážný alvorlig ernst serio vakava ozbiljan serio 深刻な 심각한 serieus alvorlig poważny sério серьезный allvarlig เคร่งขรึม ciddi nghiêm trọng 严重的 επίθ α / θ / ουδ σοβαρός, σοβαρή, σοβαρό [sova'ros, sova'ri, sova'ro] 1 υπεύθυνος conséquent/-ente ουσ ουδ πληθυντικός σοβαρά [sova'ra] παίρνω κτ στα σοβαρά το πιστεύω prendre qqch au sérieuxλέω κτ στα σοβαρά δεν αστειεύομαι dire qqch sérieusement επίρρ σοβαρά 1 χωρίς να αστειεύομαι sérieusement μιλάω σοβαρά parler sérieusement Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|