| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.484.231 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
λαίμαργος |
0,02 sec. |
|
λαίμαργος gluttonous, greedy επίθ α / θ / ουδ λαίμαργος, λαίμαργη, λαίμαργο ['lemarɣos, 'lemarʝi, 'lemarɣo] που δεν μπορεί να αντισταθεί στο φαγητό gourmand/-ande επίρρ λαίμαργα ['lemarɣa] 1 χωρίς να χορταίνω avec gourmandise τρώω λαίμαργα manger avec gourmandise Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|