| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.805.391.391 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
λαιμός |
0,02 sec. |
|
λαιμός Hals, Rachen neck, throat cou, gorge шия حنجرة, رَقَبَة krk hals cuello, garganta kaula, kurkku grlo, vrat collo, gola のど, 首 목, 목구멍 keel, nek hals gardło, szyja garganta, pescoço горло, шея hals คอ boğaz, boyun cổ, cổ họng 喉咙, 脖子 ουσ α λαιμός [le'mos] 1 το μέρος του σώματος μεταξύ κεφαλιού και κορμού cou Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|