Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.805.391.391 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

λαιμός

0,02 sec.
λαιμός Hals, Rachen neck, throat cou, gorge шия حنجرة, رَقَبَة krk hals cuello, garganta kaula, kurkku grlo, vrat collo, gola のど, 首 목, 목구멍 keel, nek hals gardło, szyja garganta, pescoço горло, шея hals คอ boğaz, boyun cổ, cổ họng 喉咙, 脖子
ουσ α λαιμός [le'mos]
1 το μέρος του σώματος μεταξύ κεφαλιού και κορμού cou
Φόραγε ένα ωραίο κολιέ στο λαιμό. Εlle portait un joli collier autour du cou.
2 το εσωτερικό του λαιμού gorge
Πονάει ο λαιμός μου. J'ai mal à la gorge.
3 το κόψιμο του ρούχου στο λαιμό col
o λαιμός ενός πουλόβερ le col d'un pull
4 κτ που έχει το σχήμα του λαιμού col
ο λαιμός του μπουκαλιού le col de la bouteille


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.