| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.228.919 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
λακκούβα |
0,01 sec. |
|
λακκούβα בור أُخْدُود výmol hul Schlagloch pothole cueva subterránea kuoppa nid-de-poule rupa na cesti cavità ポットホール 팬 구멍 putje hull wybój buraco выбоина tjälskott หลุมบ่อ yol çukuru ổ gà 壶穴 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|