Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.649.469 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

λαμβάνω υπόψη

0,01 sec.
λαμβάνω υπόψη يُفَكِر في
λαμβάνω υπόψη považovat
λαμβάνω υπόψη overveje
λαμβάνω υπόψη betrachten als
λαμβάνω υπόψη consider
λαμβάνω υπόψη considerar
λαμβάνω υπόψη harkita
λαμβάνω υπόψη considérer
λαμβάνω υπόψη uzeti u obzir
λαμβάνω υπόψη considerare
λαμβάνω υπόψη みなす
λαμβάνω υπόψη ...을 숙고하다
λαμβάνω υπόψη overwegen
λαμβάνω υπόψη vurdere
λαμβάνω υπόψη rozważyć
λαμβάνω υπόψη considerar
λαμβάνω υπόψη обдумывать
λαμβάνω υπόψη överväga
λαμβάνω υπόψη พิจารณา
λαμβάνω υπόψη düşünmek
λαμβάνω υπόψη xem xét
λαμβάνω υπόψη 考虑


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.