Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.724.147.292 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

λατρεύω

0,23 sec.
λατρεύω adore, love, worship adori adorer, vénérer يَعَبُد, يَعْشق uctít, zbožňovat beundre, tilbede anbeten, verehren adorar, rendir culto ihannoida, palvoa obožavati adorare, venerare あこがれる, 礼拝する 숭배하다, 흠모하다 aanbidden, vereren tilbe czcić, uwielbiać adorar, venerar обожать, поклоняться beundra, dyrka บูชา ibadet etmek, tapmak thờ phụng, yêu tha thiết 崇拜
ρ μετβ λατρεύω [la'trevo]
1 πιστεύω, προσκυνάω θεότητα vénérer
λατρεύω έναν άγιο vénérer un saint
2 αγαπάω πολύ adorerchérir
Λατρεύει τα παιδιά της. Elle adore ses enfants.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.