| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.184.070 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
λαχανιάζω |
0,01 sec. |
|
|
λαχανιάζω pant, gasp Puff издувам パフ 퍼프 Puff
ρ αμετβ λαχανιάζω [laxa'ɲazo] αναπνέω βαριά λόγω κούρασης s'essouffler Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|