| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.020.304 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
λειτουργικός |
0,01 sec. |
|
λειτουργικός functional, liturgical, operational fonctionnel, liturgique επίθ α / θ / ουδ λειτουργικός, λειτουργική, λειτουργικό [liturʝi'kos, liturʝi'ci, liturʝi'ko] που εξυπηρετεί fonctionnel/-elle λειτουργική διαρρύθμιση των χώρων une disposition fonctionnelle des pièces Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|