| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.196.610 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
λειτούργημα |
0,01 sec. |
|
|
λειτούργημα
ουσ ουδ λειτούργημα [li'turʝima] κοινωνική προσφορά une contribution sociale Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|