Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.900.204.481 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

λεπτός

0,01 sec.
λεπτός delicate, slender, thin, flimsy, subtle, tenuous, slim fin, mince نحيف štíhlý, tenký slank, tynd dünn, schlank delgado, fino hoikka, ohut mršav, vitak magro, sottile ほっそりした, 薄い 얇은, 호리호리한 dun, slank slankslank, tynn cienki, szczupły fino, magro стройный, тонкий smal, tunn ผอม, ผอมเพรียว ince mảnh dẻ, mỏng 苗条的, 薄的 Тънък
επίθ α / θ / ουδ λεπτός, λεπτή, λεπτό [le'ptos, le'pti, le'pto]
1 χωρίς περιττό πάχος fin, finemince
έχω λεπτή μέση avoir la taille fine
2 φίνος raffiné/-ée
λεπτό άρωμα un parfum subtil
3 ανεπαίσθητος subtil
λεπτή διαφορά une différence subtile
4 που απαιτεί προσοχή délicat
λεπτό ζήτημα une question délicate


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.