| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.204.481 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
λεπτός |
0,01 sec. |
|
|
λεπτός delicate, slender, thin, flimsy, subtle, tenuous, slim fin, mince نحيف štíhlý, tenký slank, tynd dünn, schlank delgado, fino hoikka, ohut mršav, vitak magro, sottile ほっそりした, 薄い 얇은, 호리호리한 dun, slank slankslank, tynn cienki, szczupły fino, magro стройный, тонкий smal, tunn ผอม, ผอมเพรียว ince mảnh dẻ, mỏng 苗条的, 薄的 Тънък
επίθ α / θ / ουδ λεπτός, λεπτή, λεπτό [le'ptos, le'pti, le'pto] 3 ανεπαίσθητος subtil λεπτή διαφορά une différence subtile Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|