Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.409.647 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

λευκός

0,02 sec.
λευκός blank, white blanco أبيض bílý hvid weiß valkoinen blanc bijeli bianco 白い wit hvit biały branco белый vit สีขาว beyaz trắng 白的
επίθ α / θ / ουδ λευκός, λευκή, λευκό [£££lef'kos, £££lef'ci, £££lef'ko]
1 πολύ άσπρος blanc, blanche
λευκά σεντόνια des draps blancs
2 που έχει λευκό δέρμα blanc
λευκή γυναίκα une femme blanche
3 ουδέτερος blanc
λευκή σημαία un drapeau blanc
λευκή ψήφος un vote blanc
ουσ α / θ λευκός, λευκή που ανήκει στη λευκή φυλή blanc; blanche
οι λευκοί και οι μαύροι les blancs et les noirs
ουσ ουδ λευκό το κάτασπρο χρώμα blanc


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.