| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.955.305 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
λεωφορείο |
0,02 sec. |
|
λεωφορείο حافلة, أتوبيس автобус autobus bus bus aŭtobuso autobús, bus linja-auto autobus, bus אוטובוס autobus autóbusz strætisvagn autobus バス 버스 autobus, bus autobus autocarro, ônibus autobus автобус autobus avtobus buss รถโดยสารประจำทาง, รถประจำทาง otobüs автобус xe buýt 公共汽车 Bus buss ουσ ουδ λεωφορείο [leofo'rio] μέσο συγκοινωνίας bus Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|