| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.759.103.536 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ληστεία |
0,01 sec. |
|
ληστεία heist, mugging, robbery هجوم للسرقة loupežné přepadení overfald Raubüberfall atraco pahoinpitely agression napad s pljačkom aggressione 強奪 강도 행위 straatroof ran napad uliczny assalto ограбление rånöverfall การทำร้ายเพื่อปล้นทรัพย์ kapkaççılık hành động cướp 抢劫 ουσ θ ληστεία [li'stia] κλεψιά, διάρρηξη cambriolage; vol είμαι θύμα ληστείας être victime d'un cambriolage ληστεία σε τράπεζα un cambriolage de banque Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|